Saturday, June 24, 2017

Ο τελευταίος Τζο

Ο Τζο τράβηξε τον τελευταίο άσο. Πως ήταν ο τελευταίος, φυσικά, δεν το γνώριζε ακόμη. Περιεργάστηκε για μια στιγμή το χαρτί στο χέρι του, τον τρόπο που γυάλιζε στο φως της λάμπας πίσω του. Ξάφνου, εκείνο το αόριστο αίσθημα καψυποψίας, που τον βασάνιζε όλη τη βραδιά, άστραψε στο νου του πια με όλη την καθαρότητα ∙ ντύθηκε τη σάρκα και τα οστά της τελευταίας του σκέψης : η λάμπα πίσω του. Ο Τζο είχε ξεχάσει τον βασικότερο κανόνα, αν όχι του μαφιόζου, τουλάχιστον του χαρτοπαίκτη. Τέσσερις σφαίρες στην πλάτη και μία ακόμη στο πίσω μέρος του κρανίου διέκοψαν απότομα τους λογισμούς του. Αν του περίσσευε μια μικρή στιγμούλα ακόμα, απέναντι σε 'κείνο τον άσο που τον κοίταζε ειρωνικά, θα γελούσε σαν τρελός με τον εαυτό του. Πέρασε τη βραδυά περιμένοντας το σωστό χαρτί πάνω στο τραπέζι, μα ξέχασε πως το πραγματικό παιχνίδι παιζόταν γύρω του.

[2016]


Tuesday, June 13, 2017

Ιστορίες απ' το χωριό του Esteban ...

Αν ρωτήσεις στα ξεθωριασμένα καφενεδάκια του χωριού μας, πολύ πιθανό να συναντήσεις ακόμη και σήμερα κάποια γέρικα χείλη, να θυμούνται τις πυρκαγιές του '37. Ο θρύλος λέει ότι ο Emiliano Rojo δάμασε το άλογό του, καταμεσίς εκείνης της φοβερής λαίλαπας όταν, εγκλωβισμένοι κι οι δυο σ' ένα πυκνό ρουμάνι, κατάλαβαν ότι δεν είχαν άλλη ελπίδα, παρά ο ένας τον άλλον. Κανείς δεν ξέρει πώς κατάφεραν να ξεγελάσουν τις φλόγες εκείνες, που - όσοι τις θυμούνται - στο πέρασμά τους κατάπιναν λόγγους ολάκερους, σα να 'ταν μιας χαψιάς υπόθεση και σκέπαζαν βουνά, τόσο απλά όπως τραβά κανείς το σεντόνι, μια δροσερή βραδιά του Μαΐου. Κάποιοι λένε ότι ο νεαρός Emiliano, μεγαλωμένος από παιδί στα ριζώματα των δέντρων και στις παρασκιές των βράχων, γνώριζε απ' την καλή κι απ' την ανάποδη όλα τα κρυφά μονοπάτια και τα σημάδια, ανάμεσα στις φυλλωσιές. Άλλοι πάλι λένε ότι μια φορά στα χίλια χρόνια, γεννιέται ένα παιδί κι ένα φαρί απ' τη στόφα εκείνη της φωτιάς κι η φωτιά το καταλαβαίνει. Τέλος πάντων, πολλά λέγονται στα χωριά κι ιδιαίτερη βάση δε χρειάζεται να δίνει κανείς.

Από τότε Emiliano και άλογο έμειναν αχώριστοι κι όποτε μιλούσε ο πρώτος για το δεύτερο, έλεγε "ο Emiliano εκείνο" ή "ο Emiliano το άλλο", σα να μιλούσε για τον εαυτό του, σα να μην ήταν το άλογο παρά αυτός ο ίδιος, ένα κομμάτι καρδιάς απ' την καρδιά του ή έστω μια αντανάκλαση σκέψης απ' τη σκέψη του. Η φλόγα αυτή κράτησε 25 ολόκληρα χρόνια, μέχρι που τα γόνατα του Emiliano (του αλόγου) άρχισαν άλλο να μη βαστάνε κι η καρδιά του Emiliano (του ανθρώπου) ράγιζε όλο και περισσότερο στη σκέψη του επικείμενου αποχωρισμού.

Κάποτε, λένε, άμα η θλίψη περάσει ένα όριο, ο άνθρωπος δε σκέφτεται πια σαν άνθρωπος, μα σαν τη βαθύτερη φύση του, που γι' άλλους είναι αγέρας, γι' άλλους φλοίσβος κυμάτων και για τον καθένα κατά το ποιόν και την κατασκευή του. Ξάφνου, λοιπόν, ο Emiliano έπαψε να σκέφτεται σαν Emiliano. Έγινε πάλι η ξεχασμένη εκείνη φωτιά. Και το άλογο κατάλαβε, όπως πολύ καλά καταλαβαίνουν τα ζώα που είναι κοντά στους ανθρώπους, καλύτερα μάλιστα απ' τους ίδιους τους ανθρώπους. Ρουθούνισε κι ανάπνευσε ο ένας Emiliano τη φωτιά του άλλου κι αφυπνισμένος σαν από βαθύ λήθαργο, σαν δυνάμεις λησμονημένες να βρήκαν και πάλι το δρόμο τους προς τις αρθρώσεις και τα αποκαμωμένα μεριά, όρθωσε το ανάστημά του με τέτοια ορμή και σιγουράδα, ώστε ανάγκασε τον αέρα γύρω του να παραμερίσει μέσα σε μικρές δίνες. Σχεδόν βράδιαζε, όταν κάποια περαστικά μάτια του χωριού, τους είδαν να χάνονται, άλογο και καβαλάρης, προς τη μεριά του San Bartolome De Pinares.

Ο θρύλος συνεχίζει, πως εκείνη την ίδια βραδυά, ένας άγνωστος καβαλάρης εμφανίστηκε από το πουθενά στον πλατύ δρόμο της πόλης, όπου είχαν ήδη από ώρα ξεκινήσει οι εορτασμοί του San Antonio Abad. Καλπάζοντας οι δύο Emiliano, γεμάτοι πάθος και γεμάτοι ανανεωμένη ζωή, προς τη μεγάλη κεντρική φωτιά, άρχισαν να φέρνουν ένα γύρω και να παίζουν με τις φλόγες, σαν να μην ήταν ξέχωρα φλόγες, άνθρωπος και φαρί. Παρά χόρευαν όλοι μαζί, σαν ένας λόγος ειπωμένος απ' τα βάθη της ράτσας των ανθρώπων και των ζώων, κι ήταν ο καθένας ξεχωριστά μια λέξη του. Ο κόσμος χάζευε μαγεμένος ετούτο το μικρό θάμα, μ' ακόμα πιο σαστισμένοι στάθηκαν όταν μ' ένα τελευταίο σάλτο, Emiliano άνθρωπος κι Emiliano άλογο χάθηκαν για πάντα μέσα στις φλόγες, αγκαλιασμένοι και δίχως ποτέ κανείς να ξαναβρεί το παραμικρό τους ίχνος.

Θα συναντήσεις ακόμα και σήμερα στο χωριό μας παππούδες ρυτιδιασμένους - περισσότερο ίσως κι απ' αυτούς τους ξεφτισμένους σοβάδες των παλιών καφενείων - να ισχυρίζονται ότι η μεγάλη εκείνη φωτιά στο San Bartolome De Pinares, δεν έπαψε ούτε στιγμή να σιγοκαίει, όλους ετούτους τους χρόνους, μέχρι τις μέρες μας. Κι αυτό, δίχως ποτέ κανείς να καταφέρει να τη σβήσει και δίχως ποτέ κανείς να καταφέρει να εξηγήσει ετούτο το ανεξήγητο, που δεν το χωρά ο νους του ανθρώπου. Όταν πια κάποτε εκείνη η πρωταρχική φωτιά θάφτηκε, μετά από εφτά ή περισσότερα χρόνια, κάτω από τις ίδιες της τις στάχτες, κατάφεραν να χτίσουν πάνω της ένα μικρό ξωκλήσι, στο όνομα του Αγίου. Κι όμως, ούτε εικόνισμα, ούτε στολίδι, μπόρεσε ποτέ να σταθεί πάνω στους τοίχους του, όταν - λίγο καιρό μετά - το έβρισκαν πάντα λιωμένο και παραμορφωμένο, σαν από κάποια φλόγα αόρατη. Λένε, ακόμη, πως κάθε χρόνο, στη γιορτή του San Antonio Abad, αν κοιτάξεις ανάμεσα από τις θεόρατες φωτιές και τις άλικες φλόγες, κατακεί, προς τη μεριά του ξωκλησιού, αν είσαι τυχερός μπορεί να δεις τον Emiliano τον άνθρωπο και τον Emiliano το άλογο, να τρέχουν και να χορεύουν, όπως εκείνη την τελευταία βραδυά.

[2016]

- Μάλιστα, ωραία μαλακία ...

Sunday, June 11, 2017

[ Από τις 1000 και 1 Νύστες ]

Την εποχή των ισχυρών Χαλίφηδων και των αχανών αυτοκρατοριών, έζησε στη μακρινή Ανατολή ένας μάγος, για τον οποίο λέγεται πως ήταν ο μόνος που κατάφερε να υποτάξει τα ξόρκια και των έντεκα διαστάσεων. Ο μάγος αυτός σήκωσε κάποτε στους ώμους του την έρημο Καλ και τη μετέφερε στο εξοχικό του στη Βασόρα, όπου δεν είχε και τόσο καλή παραλία. Όσους άφησαν υπόνοιες για την ευφυία του - λέγοντας πως θα 'ταν ευκολότερο αν είχε μεταφέρει το εξοχικό του, παρά την έρημο - τους μεταμόρφωσε σε πρωτο-βακτιρίδια και περίμενε δύο ολόκληρα δισεκατομμύρια χρόνια, έως ότου εξελιχθούν στους σύγχρονους χοίρους της Ολοκαίνου, για ν' αρχίσει να τους κλωτσάει - μάλιστα περίμενε πολλάκις τα δύο δισεκατομμύρια χρόνια, βιώνοντας ξανά και ξανά όλες τις αναρίθμητες διακλαδώσεις της εξέλιξης, που δεν οδηγούσαν σε χοίρους. Πάλι μερικοί αναρωτήθηκαν γιατί δεν τους μεταμόρφωσε ευθύς εξαρχής σε γουρούνια, αλλά δεν τόλμησαν να εκφράσουν ποτέ τις ενστάσεις τους.

Στ' απόκρυφα δίστιχα του ποιητή Φερέμ-εν-Αφ'Ραπέ, μαθαίνουμε για το μέγιστο επίτευγμα του μάγου εκείνου, το οποίο σφράγισε επίσης και τη μοίρα του, όσο και τη δική μας. Λέγεται, λοιπόν, ότι οι τέσσερις αυτοκρατορίες των Οριζόντων, αποφάσισαν να εκστρατεύσουν εναντίον του, από οργή και ζήλεια για τη δύναμη και την εξουσία, που είχε συγκεντρώσει γύρω του. Ο μάγος - του οποίου το αληθινό όνομα δεν μπορεί να προφερθεί στις τρεις διαστάσεις της κατώτερης ύπαρξης - ανέβηκε στην κορυφή του πύργου όπου κατοικούσε και κοίταξε ένα γύρω, όλη την περίμετρο, μέχρι εκεί που έφτανε το μάτι. Κι είδε πως όλες οι κατευθύνσεις είχαν σκοτεινιάσει από πανοπλίες, ξίφη και λύσσα.

Κατέβηκε τότε στον κοιτώνα του, άναψε τα πέντε κεριά, μπροστά στον καθρέφτη της Εντέκατης Συμμετρίας, έγειρε σ' ένα ανάκλιντρο με απόλυτη ηρεμία κι αποκοιμήθηκε. Στο όνειρό του είδε μια έρημο και στη μέση της ερήμου ένα σκορπιό και στη μέση του σκορπιού εκατό εκατομμύρια ασημένιες φολίδες, όσοι και οι άντρες που τον πολιορκούσαν. Κι είδε σε κάθε άνδρα ένα σπαθί και πάνω στο σπαθί τα 99 ονόματα του Θεού αντεστραμμένα, 49 από τη μία όψη, 49 από την άλλη και το 99ο πάνω στην κόψη.

Ο μάγος, μέσα στον ύπνο του, διάβηκε όλη την έρημο μέχρι το κέντρο της, σήκωσε το ποδάρι και πάτησε το σκορπιό μέ όλη του την άνεση και τη δύναμη. Σε μια στιγμή, απ' άκρη σ' άκρη, τ' αναρίθμητα στίφη των πολεμιστών που 'χαν κατακλείσει την πεδιάδα γύρω απ' τον πύργο, έγειραν στο πλάι και ξεψύχησαν, ένας πάνω στον άλλο, άντρες πάνω σε άντρες, στρατηγοί πάνω σε στρατηγούς, βεζίρηδες πάνω σε βεζίρηδες, χαλίφηδες πάνω σε χαλίφηδες. Την ίδια στιγμή, έγειρε κι ο μάγος, αφήνοντας κι ο ίδιος την τελευταία του πνοή. Γιατί ο σκορπιός ήταν ο μάγος.

Μα στ' όνειρό του, συνέχιζε να ζει όπως και πριν, γιατί από τις έντεκα διαστάσεις είχε απωλέσει μόνο τις τρεις. Περπάτησε ξανά τη μισή έρημο προς τα πίσω και στο τέλος της άμμου, στην όχθη ενός ωκεανού, βρέθηκε να κοιτάζει την πίσω όψη του καθρέφτη της Εντέκατης Συμμετρίας. Ο μάγος πήρε ένα βότσαλο από κάτω και κρατώντας το σφιχτά στην παλάμη του, απήγγειλε στην γλώσσα των Αγγέλων όλους τους ανθρώπους και τα πράγματα που αγάπησε. Έπειτα γύρισε το βότσαλο απ' την άλλη κι απαρίθμησε στη γλώσσα των Δαιμόνων όλους τους ανθρώπους και τα πράγματα που μίσησε. Πέρασαν έτσι εκατό μέρες κι εκατό νύχτες. Την εκατοστή πρώτη, ο μάγος σηκώθηκε, σήκωσε το χέρι και πέταξε το βότσαλο στον καθρέφτη. Εκείνο, βούλιαξε στην στιλπνή μάζα όπως θα βούλιαζε στην αγκαλιά μιας πηχτής λίμνης, μα την ίδια στιγμή αναδύθηκε ξανά και προσγειώθηκε στο χέρι του μάγου.

Κι έτσι απλά γίνηκε ό,τι έμελλε να γίνει κι εξακολουθεί να συμβαίνει, όπως το επιθυμεί ο Θεός - ευλογημένο τ' όνομά Του - κι οι δύο κόσμοι αντιστράφηκαν για πάντα. Ο κόσμος των γεγονότων κι ο κόσμος του ονείρου. Κι απόμεινε ο μάγος μοναδικός και μοναχικός κάτοικος του πραγματικού και των άπειρων αντηχήσεών του. Κι από την αλλη, όλα τα βασίλεια με τους πολύχρωμους ανθρώπους, κι όλα τα βουνά και τα δάση, κι οι ωκεανοί με τα σκοτεινά τους πλάσματα, κι οι ουρανοί με τα πουλιά και τους καιρούς του κόσμου, κι όλες οι χαρές, κι οι δυστυχίες, κι οι θάνατοι, τα πλούτη και οι τέχνες, κι ετούτες οι γραμμές, κι εσύ ο ίδιος ταπεινέ και τρισάθλιε αναγνώστη, αλλά κι εγώ που εξιστορώ, απομείναμε τίποτε περισσότερο παρά σκιές ονείρων ενός μάγου. Σαν εκείνος κοιμάται, μόνο και μόνο τότε, υπάρχουμε εμείς. Μόνο σα σκιές υπήρξαμε ποτέ και μόνο σα σκιές θα υπάρχουμε.

ΠΣΙ

Στην χαμένη ραψωδία της Οδύσσειας, την πσι,ο Οδυσσέας ταξιδεύει στο νησί των Κυκλώτων. Οι Κύκλωτες ήταν κάτι γιγάντια πλάσματα που είχαν μόνο ένα αφτί κι ήταν παιδιά του Μίνος και της Ιεμάι.

Φτάνοντας στο νησί, ο Οδυσσέας και οι σύντροφοί πιάστηκαν αιχμάλωτοι από έναν θηριώδη Κύκλωτα, τον Αφτάρκη. Αυτός άρπαξε, αμέσως, τον άμοιρο Χαντζιφρή και τον έκανε μια χαψιά, φτύνοντας αίματα και διάφορα κοκκαλάκια. Τρομαγμένοι οι σύντροφοι του Οδυσσέα άρχισαν να κατουριόνται πάνω τους κι η σπηλιά να μυρίζει πολύ άσχημα. Τότε ο Οδυσσέας κατάλαβε ότι την είχε πολύ άσχημα.

Έσπασε το κεφάλι του και τελικά σκαρφίστηκε ένα πανέξυπνο τέχνασμα. Άρχισε να καλοπιάνει τον Αφτάρκη και να το παίζει φίλος του. Όταν κάποτε ο Αφτάρκης τον ρώτησε για τ' όνομά του, ο Οδυσσέας του απάντησε ότι τον έλεγαν "Οδυσσέα" κι αυτό, μάλλον, δεν παίζει κανένα ρόλο σ' αυτήν την ιστορία. Κάθε φορά, λοιπόν, που κατέφτανε ο Κύκλωτας, πρώτος έτρεχε ο Οδυσσέας να τον προϋπαντήσει, αλλά στεκόταν και του μίλαγε απ' τη μεριά που έλειπε το 'να τ' αφτί. Έτσι την ώρα που ο Αφτάρκης γύριζε το κεφάλι από την άλλη για ν' ακούσει, ένας-ένας οι σύντροφοι έβρισκαν ευκαιρία και δραπέτευαν, από την ξεκλείδωτη σπηλιά.

Επειδή τώρα ήταν πολύς κόσμος μαζεμένος τους πήρε καμιά 30αριά χρόνια, η δουλειά ετούτη. Στο τέλος, ο Αφτάρκης είχε πάθει και μυωπία 9μιση κι αστιγματισμό κάτι δέκατα, αλλά επειδή δεν είχε πώς να στηρίξει τα γυαλιά του στο ένα αφτί μονάχα, συνεχώς του πέφτανε και δεν έβλεπε την τύφλα του. Έτσι δραπέτευσε, τελικά, κι ο Οδυσσέας με τους τελευταίους συντρόφους.

Φεύγοντας ο Οδυσσέας δεν παρέλειψε να του κόψει και το άλλο αφτί. Ο Αφτάρκης ούρλιαζε απ' τον πόνο και φώναζε στους άλλους Κύκλωτες, να τρέξουν να τον βοηθήσουν. Αλλά οι μισοί ήταν γυρισμένοι από την άλλη και δεν άκουγαν γρι, ενώ οι άλλοι μισοί που άκουσαν κι έτρεξαν να τον βοηθήσουν, τον ρώταγαν τι έγινε μα κι εκείνος δεν καταλάβαινε πια τίποτα απ' όσα του λέγανε.

Κανείς δεν ξανάκουσε πια για τον Αφτάρκη, όπως κι εκείνος δεν ξανάκουσε ποτέ για κανέναν. Λέγεται, ότι σ' αυτόν οφείλεται η εφεύρεση της νοηματικής μεθόδου μπράιγ, ειδικά για κωφούς με αδυναμία όρασης, μέρος της οποίας αποτελεί και η σύγχρονη συνήθεια να σε σκουντάει ο άλλος με το δάκτυλο στον ώμο, το γνωστό και ως poke.

Η ραψωδία κλείνει με τα καράβια του Οδυσσέα να χάνουν το δρόμο τους και να καταλήγουν πάλι στην Τροία.

"Τα Χρονικά της Σκόνης" [Απόσπασμα #01]

"Το πρόβλημα, λέει η κάμπια, είναι πως τρέμω μπροστά στην ιδέα να πετάξω. Σφράγισε το κουκούλι της αεροστεγώς και κανείς δεν ξανάκουσε ποτέ να μιλάνε για την κάμπια. Κάποτε, ξεραμένο πια απ' τον ήλιο και το χρόνο, το κουκούλι εξαφανίστηκε, μέσα σε μια μικρή έκρηξη σκόνης.

Το πρόβλημα, λέει η πεταλούδα, είναι πως μόνο να σέρνομαι, γνώριζα ως τα τώρα. Τύλιξε πεισματικά τα φτερά γύρω απ' το λεπτοκαμωμένο της κορμί - κάτι σα πολύχρωμο ντολμαδάκι - κι άρχισε να σέρνεται στο χώμα, όπως ήξερε πάντα να κάνει κι όπως της ήταν οικείο. Σύντομα, δεν την ξεχώριζε κανείς από τη λάσπη. Χάθηκε κάποτε μ' αυτόν τον τρόπο και κανείς δεν ξανάκουσε να γίνεται λόγος για την πεταλούδα.

Το πρόβλημα, λέει ο άνθρωπος, είναι πως αυτή είναι μια ιστορία πλαστή, που κάτι θέλει να πει χωρίς τίποτα να λέει. Για κάθε πλάσμα άλλο από μένα, η φύση έχει ορίσει μια θέση ταιριαστή, παρ' ότι αυτό δεν έχει καμία σημασία για το πλάσμα το ίδιο. Ο άνθρωπος είναι το μόνο απ' τα δημιουργήματα, που - με τόση λύσσα - αναζητά μια θέση, κι ωστόσο παραμένει ισόβια εξόριστος. Κι η Φυγή, για την οποία συχνά τον κατηγορούν, είναι μεγάλο σφάλμα. Ακριβώς το αντίθετο: σε μια αιώνια Επιστροφή είναι καταδικασμένος".

[2014]

Η ζωή και το έργο του σοφού δασκάλου Αρουγιάντ

Κάποτε οι μαθητές του σοφού δάσκαλου Αρουγιάντ Ραμπασατρόθ (11 αι.μΧ) θέλησαν να τον ρωτήσουν ποια είναι τα όρια της σοφίας. Έτρεξαν, λοιπόν, να τον αναζητήσουν στο χωριό, όπου τον είχαν αφήσει το προηγούμενο βράδυ. Μόλις είχε περάσει και ο τελευταίος μουσώνας και τον βρήκαν βουτηγμένο στη λάσπη, συντροφιά με κάτι χωρικούς, να προσπαθούν να περισώσουν ότι ήταν δυνατό από μια αποθήκη με τρόφιμα. Εκείνος, αφού τους άκουσε δίχως να σηκώσει στιγμή τα μάτια του από την εργασία που τον απασχολούσε, τους υποσχέθηκε να τους απαντήσει, αν πρώτα δέχονταν να τον βοηθήσουν σε τρεις χάρες, τις οποίες είχε μεγάλη ανάγκη. Εκείνοι συγκατάνευσαν με ανυπομονησία και περίμεναν την προσταγή του.

Τους παρακάλεσε, λοιπόν, να μεταφέρουν ένα μικρό σακί με στάρι, στο ορφανοτροφείο του χωριού. Εκείνοι ξεκίνησαν με προθυμία, κανείς τους όμως δε γνώριζε που βρισκόταν το ορφανοτροφείο. Επιπλέον και για κακή τους τύχη, σ' εκείνο το χωριό μιλούσαν μια ξεχασμένη διάλεκτο, έτσι που δεν κατάλαβαν κουβέντα, απ' όποιον κι αν ρώτησαν στο δρόμο τους. Έτσι γύρισαν, κάποτε, στο δάσκαλό τους άπρακτοι και με τα σακί άθικτο.

Εκείνος δε μίλησε, αλλά τους ζήτησε, αμέσως, τη δεύτερη χάρη. Τους έδωσε ένα φθαρμένο πουγκί με λίγες πενταροδεκάρες. Έπρεπε λέει βρουν έναν χωρικό, τον Αμπαχί, και να του παραδώσουν, επειγόντως, τα λιγοστά χρήματα, τα οποία είχε άμεσα ανάγκη για την οικογένειά του. Τους εξήγησε πως ο Αμπαχί ήταν ο φτωχότερος κάτοικος του χωριού κι έτσι, μάλλον, θα τον εύρισκαν σχετικά εύκολα. Για δεύτερη φορά, όμως, οι μαθητές επέστρεψαν στο δάσκαλο, δίχως καμία τύχη. Του εξήγησαν πως όλοι οι χωρικοί ζούσαν σε εξίσου άθλιες συνθήκες, έτσι που δεν τους ήταν καθόλου εύκολο να ξεχωρίσουν τον Αμπαχί, ανάμεσά τους. Ούτε, φυσικά, και μπορούσαν να ρωτήσουν κανέναν, αφού δεν καταλάβαιναν λέξη.

Για τρίτη και τελευταία χάρη, ο δάσκαλος τους παρακάλεσε να επιστρέψουν στο χωριό και να του φέρουν ένα μικρό βότσαλο, για κάθε δυστυχία και κακοτυχία που θα συναντούσαν μπροστά τους. Σε λίγες ώρες, οι μαθητές επέστρεψαν με τις τσέπες και τα χέρια τους γεμάτα βότσαλα, όπου και τ' απόθεσαν στα πόδια του σοφού δασκάλου, κοιτάζοντάς τον με προσμονή για την απάντησή που τους είχε υποσχεθεί.

Προς μεγάλη τους έκπληξη, όμως, το πρόσωπο του σοφού Ραμπασατρόθ σκοτείνιασε και τα χαρακτηριστικά του συσπάστηκαν από οργή, όπως ποτέ ξανά δεν τον είχαν αντικρύσει. Άρχισε να εκτοξεύει με μανία τα βότσαλα, που μόλις είχαν έναποθέσει μπροστά του, ένα-ένα πάνω στα χοντροκομμένα κεφάλια τους. Τους κυνήγησε για αρκετή ώρα, κι όταν πια του σώθηκαν τα βότσαλα, συνέχισε να τους κυνηγά με απανωτές κλωτσιές, συνοδευόμενες από τις ανάλογες κατάρες. Οι μαθητές εκείνοι έφυγαν για πάντα τρομαγμένοι και κανείς ποτέ δεν ξανάκουσε για δαύτους.

Ο θρύλος, λέει, ότι πολύ αργότερα όταν ρωτήθηκε για το περιστατικό, ο σοφός δάσκαλος Αρουγιάντ αποκρίθηκε: αν κάποιος δεν έχει ιδέα που ν' αναζητήσει τον ανθρώπινο πόνο ή πώς να τον αναγνωρίσει, με τι θράσος γυρεύει να κατανοήσει ο,τιδήποτε γύρω απ' τη σοφία; Αν μετράει την ανθρώπινη δυστυχία με βότσαλα παρά με την καρδιά και τις πράξεις του, τότε δεν έχει θέση δίπλα μου. Τελείωσε λέγοντας: όσο τα βάσανα των ανθρώπων δεν έχουν όρια, δεν υπάρχει περιθώριο ν' απαντηθεί κανένα άλλο ερώτημα.

[2014]