Wednesday, April 11, 2018

Κενή Διαθήκη

Λέγεται ότι κατά τη διάρκεια του Μυστικού Δείπνου, χτύπησε την πόρτα ένα μικρό, πεινασμένο ζητιανόπουλο, παρακαλώντας για ένα ξεροκόμματο. Ο Χριστός λυπήθηκε το μικρό παιδί, αλλά το πηρε στην άκρη και του εξήγησε όσο πιο απολογητικά μπορούσε ότι το λιγοστό ψωμί και το κρασί τους ήταν μετρημένο για δώδεκα άτομα, ακριβώς, και δεν ήταν δυνατόν, εκείνη την τελευταία στιγμή, να κάνει κάτι περισσότερο. Οδήγησε το παιδί πίσω στην έξοδο, χαϊδεύοντας τρυφερά τα βρώμικα, ανακατεμένα του μαλλιά και το αποχαιρέτησε μ' ένα πονεμένο - όλο κατανόηση - χαμόγελο. Στη συνέχεια, επέστρεψε στα προγραμματισμένα Του καθήκοντα, τα οποία είχαν μείνει εντωμεταξύ σε εκκρεμότητα, λησμονώντας εντελώς - για το υπόλοιπο του σύντομου βίου Του - το ταπεινό περιστατικό. Λέγεται ακόμα ότι εκείνο το παιδί, που ξεψύχησε λίγες ώρες αργότερα σε κάποιο μισογκρεμισμένο ρημάδι, ήταν ο ίδιος ο Χριστός σε μικρότερη ηλικία, καθώς αποφάσισε να επισκεφτεί τον ωριμότερο Εαυτό Του. Όταν κατόπιν, ανηλειμμένοι κι οι δυο στους ουρανούς, κουβέντιαζαν μεταξύ Τους πάνω στις αδυναμίες της ανθρώπινης φύσης, κατέληξαν από κοινού στο πόσο μαλάκας μπορεί να γίνει ο Άνθρωπος, όταν μετά τα 30 του έχει να φάει και να πιει. Συμφώνησαν, επίσης, ότι ακόμη και στα πιο αγαθά Του Σχέδια, η πονηρή ουρά του Όφεως, μη δυνάμενη να παρεισφρήσει στα Σχέδια καθαυτά, θα βρίσκει ωστόσο πάντα μια σκοτεινή γωνίτσα να φωλιάσει, σ' εκείνο το παραγνωρισμένο, κτητικό "Του".

[2015]

Η ιστορία ενός ανθρώπου ...

Μια φορά κι έναν καιρό ζούσε ένας άνθρωπος, του οποίου η μοναδική επιθυμία ήταν να μάθει την αγάπη. Μια και δυο, πήρε τα όρη πίσω του και τα βουνά μπροστά του, ταξίδεψε στο πιο φημισμένο μοναστήρι και μαθήτευσε στο πλευρό του αγιότερου ανθρώπου, εκείνης της εποχής. Πέρασαν χρόνοι και χρόνοι διαρκούς μελέτης και διαλογισμού, στερήσεων και ασκητικής, ώσπου έφτασε κάποτε μια μέρα, που ξάφνου - δίχως εκείνος να αντιλαμβάνεται το παραμικρό, μέσα στην ταπεινότητά του - άρχισε να ακτινοβολεί γύρω του μια αιθέρια αύρα κι όσοι τον κοίταζαν θαύμαζαν κι αντιθαύμαζαν. Κι ο ίδιος, όμως, ένιωσε πια πως ήταν έτοιμος να επιστρέψει στους ανθρώπους και να τους μιλήσει για όλη ετούτη την ομορφιά της αγάπης, που είχε ανοιχτεί πια απέραντη, μπροστά στα μάτια του. Πήρε, λοιπόν, ξανά τους δρόμους, μετά από τόσα χρόνια απομόνωσης, και προτού περάσουν πολλές μέρες έφτασε σε μια μεγάλη πόλη της αυτοκρατορίας.Το πρώτο βράδυ, μη γνωρίζοντας καλά τα κατατόπια, έπεσε στα χέρια μιας συμμορίας. Αφού τον ξυλοκόπησαν μέχρι θανάτου και του βούτηξαν τα λίγα κέρματα και τα σανδάλια του, άφησαν το άψυχο σώμα να σαπίζει, παραχωμένο σε κάποιον υπόνομο, όπου τον ανακάλυψαν από τη βρώμα, μετά από λίγες μέρες. Κάπως έτσι, τελειώνει αυτή η ιστορία.

[2016]

Saturday, February 3, 2018

Μορφές του Όντος...

Πριν την αρχή του χρόνου, ο Άνθρωπος γύριζε μόνος και φοβισμένος, περιπλανώμενος στα παγωμένα κενά και το έρεβος. Άμα γεννήθηκε ωστόσο ο χρόνος, φανερώθηκε τότε στον Άνθρωπο ο Κόσμος, σ' ολόκληρο το βουβό του μεγαλείο και το φως. Όταν πια και το τελευταίο αστέρι είχε περάσει μπροστά από το σαστισμένο βλέμμα, γύρισε ο Κόσμος και ρώτησε τον Άνθρωπο ποιος ήταν. Τότε ο Άνθρωπος - καθώς, μέσα στη μοναξιά του, δεν είχε ακομη κατακτήσει το λόγο και το ψέμμα - μαγεμένος έπλασε τη μουσική και το χορό, σαν απάντηση στον Κόσμο. Από τοτε Κόσμος κι Άνθρωπος έγιναν φίλοι κι άφησε ο ένας τον άλλο να κατοικεί μέσα του...

[2015]

Saturday, June 24, 2017

Ο τελευταίος Τζο

Ο Τζο τράβηξε τον τελευταίο άσο. Πως ήταν ο τελευταίος, φυσικά, δεν το γνώριζε ακόμη. Περιεργάστηκε για μια στιγμή το χαρτί στο χέρι του, τον τρόπο που γυάλιζε στο φως της λάμπας πίσω του. Ξάφνου, εκείνο το αόριστο αίσθημα καψυποψίας, που τον βασάνιζε όλη τη βραδιά, άστραψε στο νου του πια με όλη την καθαρότητα ∙ ντύθηκε τη σάρκα και τα οστά της τελευταίας του σκέψης : η λάμπα πίσω του. Ο Τζο είχε ξεχάσει τον βασικότερο κανόνα, αν όχι του μαφιόζου, τουλάχιστον του χαρτοπαίκτη. Τέσσερις σφαίρες στην πλάτη και μία ακόμη στο πίσω μέρος του κρανίου διέκοψαν απότομα τους λογισμούς του. Αν του περίσσευε μια μικρή στιγμούλα ακόμα, απέναντι σε 'κείνο τον άσο που τον κοίταζε ειρωνικά, θα γελούσε σαν τρελός με τον εαυτό του. Πέρασε τη βραδυά περιμένοντας το σωστό χαρτί πάνω στο τραπέζι, μα ξέχασε πως το πραγματικό παιχνίδι παιζόταν γύρω του.

[2016]


Tuesday, June 13, 2017

Ιστορίες απ' το χωριό του Esteban ...

Αν ρωτήσεις στα ξεθωριασμένα καφενεδάκια του χωριού μας, πολύ πιθανό να συναντήσεις ακόμη και σήμερα κάποια γέρικα χείλη, να θυμούνται τις πυρκαγιές του '37. Ο θρύλος λέει ότι ο Emiliano Rojo δάμασε το άλογό του, καταμεσίς εκείνης της φοβερής λαίλαπας όταν, εγκλωβισμένοι κι οι δυο σ' ένα πυκνό ρουμάνι, κατάλαβαν ότι δεν είχαν άλλη ελπίδα, παρά ο ένας τον άλλον. Κανείς δεν ξέρει πώς κατάφεραν να ξεγελάσουν τις φλόγες εκείνες, που - όσοι τις θυμούνται - στο πέρασμά τους κατάπιναν λόγγους ολάκερους, σα να 'ταν μιας χαψιάς υπόθεση και σκέπαζαν βουνά, τόσο απλά όπως τραβά κανείς το σεντόνι, μια δροσερή βραδιά του Μαΐου. Κάποιοι λένε ότι ο νεαρός Emiliano, μεγαλωμένος από παιδί στα ριζώματα των δέντρων και στις παρασκιές των βράχων, γνώριζε απ' την καλή κι απ' την ανάποδη όλα τα κρυφά μονοπάτια και τα σημάδια, ανάμεσα στις φυλλωσιές. Άλλοι πάλι λένε ότι μια φορά στα χίλια χρόνια, γεννιέται ένα παιδί κι ένα φαρί απ' τη στόφα εκείνη της φωτιάς κι η φωτιά το καταλαβαίνει. Τέλος πάντων, πολλά λέγονται στα χωριά κι ιδιαίτερη βάση δε χρειάζεται να δίνει κανείς.

Από τότε Emiliano και άλογο έμειναν αχώριστοι κι όποτε μιλούσε ο πρώτος για το δεύτερο, έλεγε "ο Emiliano εκείνο" ή "ο Emiliano το άλλο", σα να μιλούσε για τον εαυτό του, σα να μην ήταν το άλογο παρά αυτός ο ίδιος, ένα κομμάτι καρδιάς απ' την καρδιά του ή έστω μια αντανάκλαση σκέψης απ' τη σκέψη του. Η φλόγα αυτή κράτησε 25 ολόκληρα χρόνια, μέχρι που τα γόνατα του Emiliano (του αλόγου) άρχισαν άλλο να μη βαστάνε κι η καρδιά του Emiliano (του ανθρώπου) ράγιζε όλο και περισσότερο στη σκέψη του επικείμενου αποχωρισμού.

Κάποτε, λένε, άμα η θλίψη περάσει ένα όριο, ο άνθρωπος δε σκέφτεται πια σαν άνθρωπος, μα σαν τη βαθύτερη φύση του, που γι' άλλους είναι αγέρας, γι' άλλους φλοίσβος κυμάτων και για τον καθένα κατά το ποιόν και την κατασκευή του. Ξάφνου, λοιπόν, ο Emiliano έπαψε να σκέφτεται σαν Emiliano. Έγινε πάλι η ξεχασμένη εκείνη φωτιά. Και το άλογο κατάλαβε, όπως πολύ καλά καταλαβαίνουν τα ζώα που είναι κοντά στους ανθρώπους, καλύτερα μάλιστα απ' τους ίδιους τους ανθρώπους. Ρουθούνισε κι ανάπνευσε ο ένας Emiliano τη φωτιά του άλλου κι αφυπνισμένος σαν από βαθύ λήθαργο, σαν δυνάμεις λησμονημένες να βρήκαν και πάλι το δρόμο τους προς τις αρθρώσεις και τα αποκαμωμένα μεριά, όρθωσε το ανάστημά του με τέτοια ορμή και σιγουράδα, ώστε ανάγκασε τον αέρα γύρω του να παραμερίσει μέσα σε μικρές δίνες. Σχεδόν βράδιαζε, όταν κάποια περαστικά μάτια του χωριού, τους είδαν να χάνονται, άλογο και καβαλάρης, προς τη μεριά του San Bartolome De Pinares.

Ο θρύλος συνεχίζει, πως εκείνη την ίδια βραδυά, ένας άγνωστος καβαλάρης εμφανίστηκε από το πουθενά στον πλατύ δρόμο της πόλης, όπου είχαν ήδη από ώρα ξεκινήσει οι εορτασμοί του San Antonio Abad. Καλπάζοντας οι δύο Emiliano, γεμάτοι πάθος και γεμάτοι ανανεωμένη ζωή, προς τη μεγάλη κεντρική φωτιά, άρχισαν να φέρνουν ένα γύρω και να παίζουν με τις φλόγες, σαν να μην ήταν ξέχωρα φλόγες, άνθρωπος και φαρί. Παρά χόρευαν όλοι μαζί, σαν ένας λόγος ειπωμένος απ' τα βάθη της ράτσας των ανθρώπων και των ζώων, κι ήταν ο καθένας ξεχωριστά μια λέξη του. Ο κόσμος χάζευε μαγεμένος ετούτο το μικρό θάμα, μ' ακόμα πιο σαστισμένοι στάθηκαν όταν μ' ένα τελευταίο σάλτο, Emiliano άνθρωπος κι Emiliano άλογο χάθηκαν για πάντα μέσα στις φλόγες, αγκαλιασμένοι και δίχως ποτέ κανείς να ξαναβρεί το παραμικρό τους ίχνος.

Θα συναντήσεις ακόμα και σήμερα στο χωριό μας παππούδες ρυτιδιασμένους - περισσότερο ίσως κι απ' αυτούς τους ξεφτισμένους σοβάδες των παλιών καφενείων - να ισχυρίζονται ότι η μεγάλη εκείνη φωτιά στο San Bartolome De Pinares, δεν έπαψε ούτε στιγμή να σιγοκαίει, όλους ετούτους τους χρόνους, μέχρι τις μέρες μας. Κι αυτό, δίχως ποτέ κανείς να καταφέρει να τη σβήσει και δίχως ποτέ κανείς να καταφέρει να εξηγήσει ετούτο το ανεξήγητο, που δεν το χωρά ο νους του ανθρώπου. Όταν πια κάποτε εκείνη η πρωταρχική φωτιά θάφτηκε, μετά από εφτά ή περισσότερα χρόνια, κάτω από τις ίδιες της τις στάχτες, κατάφεραν να χτίσουν πάνω της ένα μικρό ξωκλήσι, στο όνομα του Αγίου. Κι όμως, ούτε εικόνισμα, ούτε στολίδι, μπόρεσε ποτέ να σταθεί πάνω στους τοίχους του, όταν - λίγο καιρό μετά - το έβρισκαν πάντα λιωμένο και παραμορφωμένο, σαν από κάποια φλόγα αόρατη. Λένε, ακόμη, πως κάθε χρόνο, στη γιορτή του San Antonio Abad, αν κοιτάξεις ανάμεσα από τις θεόρατες φωτιές και τις άλικες φλόγες, κατακεί, προς τη μεριά του ξωκλησιού, αν είσαι τυχερός μπορεί να δεις τον Emiliano τον άνθρωπο και τον Emiliano το άλογο, να τρέχουν και να χορεύουν, όπως εκείνη την τελευταία βραδυά.

[2016]

- Μάλιστα, ωραία μαλακία ...

Sunday, June 11, 2017

[ Από τις 1000 και 1 Νύστες ]

Την εποχή των ισχυρών Χαλίφηδων και των αχανών αυτοκρατοριών, έζησε στη μακρινή Ανατολή ένας μάγος, για τον οποίο λέγεται πως ήταν ο μόνος που κατάφερε να υποτάξει τα ξόρκια και των έντεκα διαστάσεων. Ο μάγος αυτός σήκωσε κάποτε στους ώμους του την έρημο Καλ και τη μετέφερε στο εξοχικό του στη Βασόρα, όπου δεν είχε και τόσο καλή παραλία. Όσους άφησαν υπόνοιες για την ευφυία του - λέγοντας πως θα 'ταν ευκολότερο αν είχε μεταφέρει το εξοχικό του, παρά την έρημο - τους μεταμόρφωσε σε πρωτο-βακτιρίδια και περίμενε δύο ολόκληρα δισεκατομμύρια χρόνια, έως ότου εξελιχθούν στους σύγχρονους χοίρους της Ολοκαίνου, για ν' αρχίσει να τους κλωτσάει - μάλιστα περίμενε πολλάκις τα δύο δισεκατομμύρια χρόνια, βιώνοντας ξανά και ξανά όλες τις αναρίθμητες διακλαδώσεις της εξέλιξης, που δεν οδηγούσαν σε χοίρους. Πάλι μερικοί αναρωτήθηκαν γιατί δεν τους μεταμόρφωσε ευθύς εξαρχής σε γουρούνια, αλλά δεν τόλμησαν να εκφράσουν ποτέ τις ενστάσεις τους.

Στ' απόκρυφα δίστιχα του ποιητή Φερέμ-εν-Αφ'Ραπέ, μαθαίνουμε για το μέγιστο επίτευγμα του μάγου εκείνου, το οποίο σφράγισε επίσης και τη μοίρα του, όσο και τη δική μας. Λέγεται, λοιπόν, ότι οι τέσσερις αυτοκρατορίες των Οριζόντων, αποφάσισαν να εκστρατεύσουν εναντίον του, από οργή και ζήλεια για τη δύναμη και την εξουσία, που είχε συγκεντρώσει γύρω του. Ο μάγος - του οποίου το αληθινό όνομα δεν μπορεί να προφερθεί στις τρεις διαστάσεις της κατώτερης ύπαρξης - ανέβηκε στην κορυφή του πύργου όπου κατοικούσε και κοίταξε ένα γύρω, όλη την περίμετρο, μέχρι εκεί που έφτανε το μάτι. Κι είδε πως όλες οι κατευθύνσεις είχαν σκοτεινιάσει από πανοπλίες, ξίφη και λύσσα.

Κατέβηκε τότε στον κοιτώνα του, άναψε τα πέντε κεριά, μπροστά στον καθρέφτη της Εντέκατης Συμμετρίας, έγειρε σ' ένα ανάκλιντρο με απόλυτη ηρεμία κι αποκοιμήθηκε. Στο όνειρό του είδε μια έρημο και στη μέση της ερήμου ένα σκορπιό και στη μέση του σκορπιού εκατό εκατομμύρια ασημένιες φολίδες, όσοι και οι άντρες που τον πολιορκούσαν. Κι είδε σε κάθε άνδρα ένα σπαθί και πάνω στο σπαθί τα 99 ονόματα του Θεού αντεστραμμένα, 49 από τη μία όψη, 49 από την άλλη και το 99ο πάνω στην κόψη.

Ο μάγος, μέσα στον ύπνο του, διάβηκε όλη την έρημο μέχρι το κέντρο της, σήκωσε το ποδάρι και πάτησε το σκορπιό μέ όλη του την άνεση και τη δύναμη. Σε μια στιγμή, απ' άκρη σ' άκρη, τ' αναρίθμητα στίφη των πολεμιστών που 'χαν κατακλείσει την πεδιάδα γύρω απ' τον πύργο, έγειραν στο πλάι και ξεψύχησαν, ένας πάνω στον άλλο, άντρες πάνω σε άντρες, στρατηγοί πάνω σε στρατηγούς, βεζίρηδες πάνω σε βεζίρηδες, χαλίφηδες πάνω σε χαλίφηδες. Την ίδια στιγμή, έγειρε κι ο μάγος, αφήνοντας κι ο ίδιος την τελευταία του πνοή. Γιατί ο σκορπιός ήταν ο μάγος.

Μα στ' όνειρό του, συνέχιζε να ζει όπως και πριν, γιατί από τις έντεκα διαστάσεις είχε απωλέσει μόνο τις τρεις. Περπάτησε ξανά τη μισή έρημο προς τα πίσω και στο τέλος της άμμου, στην όχθη ενός ωκεανού, βρέθηκε να κοιτάζει την πίσω όψη του καθρέφτη της Εντέκατης Συμμετρίας. Ο μάγος πήρε ένα βότσαλο από κάτω και κρατώντας το σφιχτά στην παλάμη του, απήγγειλε στην γλώσσα των Αγγέλων όλους τους ανθρώπους και τα πράγματα που αγάπησε. Έπειτα γύρισε το βότσαλο απ' την άλλη κι απαρίθμησε στη γλώσσα των Δαιμόνων όλους τους ανθρώπους και τα πράγματα που μίσησε. Πέρασαν έτσι εκατό μέρες κι εκατό νύχτες. Την εκατοστή πρώτη, ο μάγος σηκώθηκε, σήκωσε το χέρι και πέταξε το βότσαλο στον καθρέφτη. Εκείνο, βούλιαξε στην στιλπνή μάζα όπως θα βούλιαζε στην αγκαλιά μιας πηχτής λίμνης, μα την ίδια στιγμή αναδύθηκε ξανά και προσγειώθηκε στο χέρι του μάγου.

Κι έτσι απλά γίνηκε ό,τι έμελλε να γίνει κι εξακολουθεί να συμβαίνει, όπως το επιθυμεί ο Θεός - ευλογημένο τ' όνομά Του - κι οι δύο κόσμοι αντιστράφηκαν για πάντα. Ο κόσμος των γεγονότων κι ο κόσμος του ονείρου. Κι απόμεινε ο μάγος μοναδικός και μοναχικός κάτοικος του πραγματικού και των άπειρων αντηχήσεών του. Κι από την αλλη, όλα τα βασίλεια με τους πολύχρωμους ανθρώπους, κι όλα τα βουνά και τα δάση, κι οι ωκεανοί με τα σκοτεινά τους πλάσματα, κι οι ουρανοί με τα πουλιά και τους καιρούς του κόσμου, κι όλες οι χαρές, κι οι δυστυχίες, κι οι θάνατοι, τα πλούτη και οι τέχνες, κι ετούτες οι γραμμές, κι εσύ ο ίδιος ταπεινέ και τρισάθλιε αναγνώστη, αλλά κι εγώ που εξιστορώ, απομείναμε τίποτε περισσότερο παρά σκιές ονείρων ενός μάγου. Σαν εκείνος κοιμάται, μόνο και μόνο τότε, υπάρχουμε εμείς. Μόνο σα σκιές υπήρξαμε ποτέ και μόνο σα σκιές θα υπάρχουμε.

ΠΣΙ

Στην χαμένη ραψωδία της Οδύσσειας, την πσι,ο Οδυσσέας ταξιδεύει στο νησί των Κυκλώτων. Οι Κύκλωτες ήταν κάτι γιγάντια πλάσματα που είχαν μόνο ένα αφτί κι ήταν παιδιά του Μίνος και της Ιεμάι.

Φτάνοντας στο νησί, ο Οδυσσέας και οι σύντροφοί πιάστηκαν αιχμάλωτοι από έναν θηριώδη Κύκλωτα, τον Αφτάρκη. Αυτός άρπαξε, αμέσως, τον άμοιρο Χαντζιφρή και τον έκανε μια χαψιά, φτύνοντας αίματα και διάφορα κοκκαλάκια. Τρομαγμένοι οι σύντροφοι του Οδυσσέα άρχισαν να κατουριόνται πάνω τους κι η σπηλιά να μυρίζει πολύ άσχημα. Τότε ο Οδυσσέας κατάλαβε ότι την είχε πολύ άσχημα.

Έσπασε το κεφάλι του και τελικά σκαρφίστηκε ένα πανέξυπνο τέχνασμα. Άρχισε να καλοπιάνει τον Αφτάρκη και να το παίζει φίλος του. Όταν κάποτε ο Αφτάρκης τον ρώτησε για τ' όνομά του, ο Οδυσσέας του απάντησε ότι τον έλεγαν "Οδυσσέα" κι αυτό, μάλλον, δεν παίζει κανένα ρόλο σ' αυτήν την ιστορία. Κάθε φορά, λοιπόν, που κατέφτανε ο Κύκλωτας, πρώτος έτρεχε ο Οδυσσέας να τον προϋπαντήσει, αλλά στεκόταν και του μίλαγε απ' τη μεριά που έλειπε το 'να τ' αφτί. Έτσι την ώρα που ο Αφτάρκης γύριζε το κεφάλι από την άλλη για ν' ακούσει, ένας-ένας οι σύντροφοι έβρισκαν ευκαιρία και δραπέτευαν, από την ξεκλείδωτη σπηλιά.

Επειδή τώρα ήταν πολύς κόσμος μαζεμένος τους πήρε καμιά 30αριά χρόνια, η δουλειά ετούτη. Στο τέλος, ο Αφτάρκης είχε πάθει και μυωπία 9μιση κι αστιγματισμό κάτι δέκατα, αλλά επειδή δεν είχε πώς να στηρίξει τα γυαλιά του στο ένα αφτί μονάχα, συνεχώς του πέφτανε και δεν έβλεπε την τύφλα του. Έτσι δραπέτευσε, τελικά, κι ο Οδυσσέας με τους τελευταίους συντρόφους.

Φεύγοντας ο Οδυσσέας δεν παρέλειψε να του κόψει και το άλλο αφτί. Ο Αφτάρκης ούρλιαζε απ' τον πόνο και φώναζε στους άλλους Κύκλωτες, να τρέξουν να τον βοηθήσουν. Αλλά οι μισοί ήταν γυρισμένοι από την άλλη και δεν άκουγαν γρι, ενώ οι άλλοι μισοί που άκουσαν κι έτρεξαν να τον βοηθήσουν, τον ρώταγαν τι έγινε μα κι εκείνος δεν καταλάβαινε πια τίποτα απ' όσα του λέγανε.

Κανείς δεν ξανάκουσε πια για τον Αφτάρκη, όπως κι εκείνος δεν ξανάκουσε ποτέ για κανέναν. Λέγεται, ότι σ' αυτόν οφείλεται η εφεύρεση της νοηματικής μεθόδου μπράιγ, ειδικά για κωφούς με αδυναμία όρασης, μέρος της οποίας αποτελεί και η σύγχρονη συνήθεια να σε σκουντάει ο άλλος με το δάκτυλο στον ώμο, το γνωστό και ως poke.

Η ραψωδία κλείνει με τα καράβια του Οδυσσέα να χάνουν το δρόμο τους και να καταλήγουν πάλι στην Τροία.